Κάθε Ιούλιο επιστρέφω, Χρ. Περικλέους

Κάθε Ιούλιο επιστρέφω

Παρουσίαση: Χρυσόστομος Περικλέους

Δένοντας ήχο και εικόνα,

  • Τις σειρήνες που ηχούν κάθε χρόνο στις 15 και 20 του Ιούλη,
  • Τα πουλιά που πετιούνται έντρομα από τα δέντρα, και
  • Τον σκύλο, τον Μίσια, που πετιέται όρθιος κι αναπαράγει με το ουρλιαχτό του το ανατριχιαστικό βουητό των σειρήνων,

μας επιστρέφει ο Γιώργος Μολέσκης στο συναισθηματικό κλίμα του μαύρου Ιούλη από την πρώτη κιόλας παράγραφο του βιβλίου του.

Είναι ένα αφήγημα πιο πολύ αυτοβιογραφικό παρά ιστορικό, βαθιά πολιτικό χωρίς, ωστόσο, να κάνει πολιτική.

Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο για τον σκοπό αυτής της παρουσίασης, επιβεβαίωσα μέσα μου την εκτίμηση της πρώτης ανάγνωσης ότι πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό έργο. Κι έτσι, ως λογοτεχνικό έργο, θα το προσεγγίσω. Γιατί, ανεξαρτήτως του αν αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα, στο επίκεντρο της αφήγησης δεν είναι τα γεγονότα αλλά οι παραστάσεις που τα γεγονότα ανακαλούν στη μνήμη του, παραστάσεις από τα παιδικά του χρόνια, εικόνες τόπων, τοπίων, σπιτιών κι ανθρώπων, εικόνες της αθωότητας πριν τη γνώση, πριν το μίσος σπάσει τους ιστούς που δέναν τους ανθρώπους σε κοινότητα. Κι αυτό που βγαίνει από την αφήγηση είναι πιο πολύ το αίσθημα παρά η γνώση.

Το ότι το βιβλίο είναι λογοτεχνία μας προϊδεάζει από τις πρώτες γραμμές με την παράσταση: σειρήνες, πουλιά, σκύλος, που έχει ήδη αναφερθεί.

Ύστερα, η εσωτερική προετοιμασία του συγγραφέα για την επιστροφή στο χωριό του, τη Λύση, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, τον Απρίλη του 2003. Δεν προσβλέπει σ’ αυτό ως ένα ταξίδι στον χώρο αλλά ως «ταξίδι στον χρόνο [] στην ιστορία, στη μνήμη, στην πληγή που έχαινε ακόμη κρυμμένη κάτω από την κρούστα της συνήθειας και της λήθης».

Προσβλέπει σ’ αυτό ως

ένα ταξίδι […] στους τόπους των αναμνήσεων, των εικόνων, των ιστοριών, των γεύσεων και των αρωμάτων, όλων αυτών των πραγμάτων που κατακάθισαν βαθιά μέσα μου σαν κοιμώμενες στον χρόνο παρουσίες…

Στον δρόμο προς το χωριό του, όχι η Γεωγραφία αλλά πάλι το αίσθημα. Τα τοπία που «είχαν χάσει κάτι από το χρώμα και τη ζωντάνια τους, ακόμη κι από τα μεγέθη τους». Και παντού σημαίες.

Κρύφτηκαν οι άνθρωποι κι άφησαν τις σημαίες να κρατούν το πόστο τους. Τόσο πολλές σημαίες σ’ έναν τόσο μικρό τόπο.

Το ίδιο αίσθημα που προκαλούν οι πολλές σημαίες και τις 15 του Ιούλη, τη μέρα του πραξικοπήματος. «Εδώ καταλάβαινα –παρατηρεί- τη σημειολογία της ανάρτησης των σημαιών».

Και καθώς πλησιάζοντας στο χωριό του, βλέπει στον ορίζοντα τον Χαλκόβουνο, «τον αγαπημένο λόφο των παιδικών μου χρόνων, που είχε γίνει ένας μύθος όλα αυτά τα χρόνια, ένα πραγματικό βουνό, με βράχους, θάμνους και κρυψώνες για τα μικρά ζώα και τα πουλιά, τους λαγούς, τις αλεπούδες, τις πέρδικες…». Τώρα ο Χαλκόβουνος «δεν είναι παρά ένας μίζερος λόφος, κίτρινος μέσα στο δυνατό φως και τη ζέστη, ξένος και μακρινός». Ο κοινός μύθος των όπου γης προσφύγων και η προσγείωση της επιστροφής. Όπως στον «Γυρισμό του ξενιτεμένου» του μεγάλου Σμυρνιού πρόσφυγα ποιητή:

Τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση

κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια

Κι όμως σαν ήμουνα παιδί…    

Η ποιητική φαντασία, όμως, του Γιώργου Μολέσκη σκιάζει αμέσως την παρατήρηση, ξυπνά αναμνήσεις και ζωντανεύει εικόνες των παιδικών του χρόνων. Κι ανασταίνει τον ταπεινό Χαλκόβουνο πάλι στο βουνό-μύθο. Που παιδί τον ανεβαίνει με τον Σάββα και τον Νικόλα και περπατούν «ξυπόλυτοι με παλιά κοντά παντελόνια και σχισμένα πουκάμισα […] κάτω από τον καυτό ήλιο ανάμεσα στα ξερά χόρτα και τ’ αγκάθια […] με τις φοβερές σφεντόνες μας οπλισμένες…»

Κι ύστερα, καθώς τον συνεπαίρνουν παραστάσεις από τους λόφους του Αλασσού, ο πεζογράφος αφήνει τη θέση του στον ποιητή για να μας δώσει το θαυμάσιο ποίημα:

Πάνω στους λόφους του Αλασσού,

Όπου έσπερνε ο πατέρας μες στις πέτρες

Θαμμένη αρχαία πόλη. Και πού δεν είναι

θαμμένη μια πόλη!

[…]             

Και πέφτουν ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,

ανοίγουν ποτάμια και αποκαλύπτουν

λέξεις, επιγραφές και χρώματα,

θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,

φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

Πόσο απέχουν αυτοί οι στίχοι, σε ό,τι αφορά στην αίσθηση της ιστορίας, από τους στίχους του Eliot στο 2ο Κουαρτέτο:

In my beginning is my end. In succession

Houses rise and fall, crumble, are extended,

Are removed, destroyed, restored, or in their place

Is an open field, or a factory, or a by-pass.

Old stone to new building, old timber to new fires,

Old fires to ashes, and ashes to the earth.

Στην είσοδο του χωριού, το άγαλμα ενός έφιππου Ατατούρκ στη θέση της προτομής του Γρηγόρη Αυξεντίου κι η απορία του ποιητή: «Τι γύρευε αυτός εδώ. Τι σχέση είχε με τον τόπο;» Κι η φαντασία να φέρνει τον ήρωα μπροστά του, ζωντανό όπως τον είδε πρώτη φορά, 9χρονο παιδί, να περνά με το ποδήλατο ντυμένος στα στρατιωτικά, να χαιρετά τη μάνα του, να του ρίχνει μια ματιά και να του χαμογελά μέσα από τα χοντρά μουστάκια του… Και δυο χρόνια μετά, στο άκουσμα της θυσίας του, πώς η ποιητική μνήμη ανακαλεί τη «βαριά θλίψη σαν πυκνό μαύρο σύννεφο» που «απλώνεται σ’ όλο το χωριό». Κι ό ίδιος, 11χρονο παιδί,

κάθομαι στο πεζούλι μπροστά στο σπίτι, κυριευμένος από τη θλίψη και την πίκρα για τον θάνατο, που, σαν μαύρο πουλί, πλανιέται παντού και σκεπάζει όλο τον τόπο, καλύπτει τον ήλιο και κάνει βαρύ τον αγέρα.

Τώρα, μετά από 29 χρόνια προσφυγιάς (είμαστε στο 2003) πλησιάζοντας στο σπίτι, φτάνοντας, κοιτάζοντας απ’ έξω την παλιά εξώπορτα από κυπαρισσόξυλο, μπαίνοντας μέσα, ο συγγραφέας, ως γνήσιος ποιητής, γίνεται ξανά το παιδί που μεγάλωσε σ’ αυτό το σπίτι –μάλλον σε ένα άλλο σπίτι, ζωντανό, ψηλότερο, φωτεινότερο, ομορφότερο από το ερημόσπιτο που βλέπει μπροστά του. Με μιας πλήθος παραστάσεων αναδύονται και χορεύουν μπροστά του, παραστάσεις χαράς και θλίψης, ακόμα κι οι πρώτες βιωματικές εμπειρίες του θανάτου, που, στο παιδικό μυαλό του, θέτουν χίλια ερωτήματα, χίλια γιατί. Πρώτα ο θάνατος του παππού, ύστερα της γιαγιάς, ύστερα η γεύση του αίματος και του θανάτου που φέρνει το μίσος όταν, 11χρονο παιδί, βλέπει στο χώμα το αίμα του Μιχάλη Πέτρου, που είχαν δολοφονήσει την προηγούμενη νύχτα, ότι αριστερός, μασκοφόροι της ΕΟΚΑ.

Επιστρέφω στο σπίτι με το αίμα του νεκρού απλωμένο σαν μια τεράστια κηλίδα μέσα στο μυαλό μου.

Τώρα, 40 τόσα χρόνια μετά, η μνήμη κεντρίζει τον αναστοχασμό:

και βλέπω ακόμη το αίμα του νεκρού στο χώμα […] και βλέπω τους οργισμένους συναδέλφους του να φωνάζουν στην κηδεία του ενάντια στους δολοφόνους […]. Ίσως οι άνθρωποι που θέτουν σε κίνδυνο τη δική τους ζωή παύουν να λογαριάζουν και τις ζωές των άλλων […], ίσως τα όπλα αυτονομούνται από τους ανθρώπους…

Αυτή τη στοχαστική διάθεση, που είναι αναπόσπαστο στοιχείο της λογοτεχνικής δημιουργίας, την απαντούμε συχνά στην αφήγηση του Γιώργου Μολέσκη. Καταγράφω άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση, όταν, αρχές Ιουλίου ’74, λίγο πριν το πραξικόπημα, φοιτητής στη Σοβιετική Ένωση, επιστρέφει με πλοίο στην Κύπρο και κατεβαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Η μαγεία του τόπου αναδύεται στη συνείδησή του ως βαθύς ποιητικός στοχασμός:

Βρισκόμουν μέσα στην κοχλάζουσα χοάνη της ίδιας της ιστορίας. Ήμουν καταγοητευμένος. Τα στρώματα των πολιτισμών δεν υπερκαλύπτουν εντελώς το ένα το άλλο, συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο και περιπλέκονται μεταξύ τους εκπέμποντας μιαν ανεπανάληπτη γοητεία.

Στο πραξικόπημα και την εισβολή, το αίσθημα απελπισίας που τον πλακώνει καθώς βιώνει τα γεγονότα που επελαύνουν σαν οδοστρωτήρας σαρώνοντας τα πάντα:

Είχα εγκλωβιστεί τόσο πολύ στα γεγονότα, τα οποία έτρεχαν διαρκώς, που δεν τα σχολίαζα μέσα στο μυαλό μου. Μόνο ένιωθα μέσα μου, σαν φόντο όλων αυτών που συνέβαιναν, μια υπόκωφη και τρομακτική βοή.

Κι όταν, τη δεύτερη μέρα της εισβολής, σε λόχο εφέδρων, παίρνουν διαταγή επίθεσης κατά της εντός των τειχών πόλης της Αμμοχώστου, μια τρελή ιδέα, στη θρασεία πρόκληση του Διοικητή «αν υπάρχει κανείς που φοβάται να το δηλώσει», πάλιν η αδυναμία του ατόμου μπροστά στην επέλαση των γεγονότων:

Κανένας δεν μίλησε. Ίσως γιατί νιώθαμε πως τα προσωπικά συναισθήματα δεν είχαν θέση εκείνη την ώρα ούτε κανένα νόημα. Η ροή των πραγμάτων, σαν ανεξέλεγκτο φουσκωμένο ποτάμι, μας έπαιρνε μαζί της.

Το ίδιο αίσθημα και στον ύπνο κάτω από ένα δέντρο με μια κουβέρτα:

Ήταν ένας ύπνος βαρύς κι εφιαλτικός που έπεσε απάνω μου σαν όγκος από χώμα και με σκέπασε […]. Περπατούσα σε σκοτεινά μονοπάτια ανάμεσα σε άγριους βράχους, μέσα σε πυκνά δάση, σε απροσδιόριστα αφιλόξενα τοπία…

Κι όταν, στην εγκαταλειμμένη Λευκωσία, οι στρατιώτες κρατούν μόνοι τη γραμμή αντιπαράταξης, κι η πόρνη της γειτονιάς, που δεν είχε πού να φύγει, τους φέρνει στο φυλάκιο νόστιμο ζεστό φαϊ και μια μπουκάλα κονιάκ, ο ποιητής στρατιώτης βλέπει «μια όαση μέσα στην έρημο, σαν μια φωτεινή στιγμή μέσα σε ένα παρατεταμένο εφιαλτικό όνειρο». Κι όταν, την άλλη μέρα, ο Μάνθος, συστρατιώτης τους με τρία παιδιά, αφήνει κι όπλο και στολή και φεύγει, στην ερώτηση του Γιάννη;

Γιατί δεν τα ξαπολάς τζι εσού να φύεις […] αφού θωρείς πως εν ούλλα προδομένα

η απάντηση τσεκούρι: «Αντρέπουμαι».

Σε αυτή τη μοναδική λέξη, αποκαλύπτεται σ’ όλο του το βάθος, το δράμα ενός προδομένου λαού.

Την άλλη μέρα, το αίσθημα του θανάτου του Γιώτη, του νεότερου της ομάδας παντρεμένου με βρέφος 40 ημερών, που σκοτώθηκε δίπλα του στο φυλάκιο, υποβόσκει βασανιστικά στους υπόγειους διαδρόμους της μνήμης μέχρι που, χρόνια μετά, βγαίνει στην επιφάνεια και μετουσιώνεται σε ποίημα:

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε στην καρδιά του,

[…]

Ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

Ήμουν εγώ, είπε, αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος.

Ήθελα να του πω, «Ναι, θα μπορούσε»,

Μα η φωνή μου δεν έβγαινε

Σαν να βρισκόμουν μέσα σε βαθύ πηγάδι

Και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.

Κι εκείνος με ακολουθούσε.

Την άλλη μέρα, το σιγανό κλάμα της πόρνης και μιας αλλοδαπής φίλης της πάνω από το νωπό αίμα του Γιώτη. Και την παρ’ άλλη, παρούσες κι οι πρώτες δυο, το γοερό κλάμα της γυναίκας και της μάνας του καθώς γονατίζουν κι αγγίζουν με τα χέρια τους το ματωμένο χώμα… χορός αρχαίου δράματος…

Καταληκτικά, η αφήγηση του Γιώργου Μολέσκη αφήνει την αίσθηση μιας βαθιάς θλίψης. Η λέξη επανέρχεται στο κείμενο δεκάδες φορές μαζί με παράγωγα ή λέξεις με παραπλήσιο συναισθηματικό φορτίο, σε φράσεις ή εκφράσεις όπως:

  • Κουβαλούσαν πάντα μια θλίψη μέσα τους
  • Ήταν μια θλίψη προσωπική για τον καθένα και γενική ταυτόχρονα
  • Μια διαχρονική θλίψη υπήρχε σε όλες τις κουβέντες, τις χειρονομίες τους
  • Τα τραγούδια τους τα περισσότερα πικρά, θλιμμένα
  • Αχ! Φτάσαμε πικρούς καιρούς
  • Τους πόνους κλάψε τους πικρούς
  • Έφυγαν κι οι δικοί μου […] με τη δική τους προσφυγιά και τη δική τους θλίψη
  • Βαριά θλίψη, σαν πυκνό μαύρο σύννεφο, απλώνεται σ’ όλο το χωριό
  • …κυριευμένος ολόκληρος από τη θλίψη και την πίκρα…
  • Κι όμως δεν ένιωθα φόβο, τίποτε, μόνο θλίψη
  • Παρακολουθούν λυπημένοι και σιωπηλοί […] οι γυναίκες κλαίνε
  • Των τραγουδιών της αλληγορίας και της κρυμμένης θλίψης
  • Δεν ένιωθα μίσος για κανέναν, είχα όμως πίκρα και θλίψη πολλή

Η θλίψη του Γιώργου μας πλακώνει κι όλους εμάς καθώς ακούμε ακόμα τις σειρήνες κάθε Ιούλη. Κι είναι στην άκρη της καρδιάς μας πάντα ο στεναγμός του Σμυρνιού πρόσφυγα ποιητή:

Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ’ την καρδιά μας;

18 Οκτωβρίου 2019

  •  
  •  
  •  
  •